5 αποτελέσματα για «謗»

謗る そしる

ρήμα

  1. 01 συκοφαντώ, δυσφημώ, επικρίνω, κατακρίνω
謗り そしり

ουσιαστικό

  1. 01 επίκριση, κριτική, κατηγορία, δυσφήμιση, υβριστική κριτική
謗りを免れない そしりをまぬがれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αδυνατώ να αποφύγω την κριτική, άξιος καταδίκης
謗法 ほうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 συκοφάντηση του Βουδισμού, υποτίμηση του Ντάρμα
  2. 02 παράλογη απαίτηση, ακατόρθωτο πράγμα
  1. 01 συκοφαντία
  2. 02 υποτιμώ
  3. 03 κατακρίνω
  4. 04 επικρίνω