10 αποτελέσματα για «讒»

讒言 ざんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψευδής κατηγορία, συκοφαντία, δυσφήμιση
讒訴 ざんそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψευδείς κατηγορίες, συκοφαντία
ざん

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής κατηγορία, συκοφαντία, δυσφήμιση
讒謗 ざんぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συκοφαντία, δυσφήμιση, λίβελος
讒誣 ざんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συκοφαντία, δυσφήμηση
讒する ざんする

ρήμα

  1. 01 συκοφαντώ, διαβάλλω
讒口 ざんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψευδής κατηγορία, συκοφαντία, δυσφήμιση
讒臣 ざんしん

ουσιαστικό

  1. 01 συκοφάντης αυλικός, κακόβουλος υποτελής
讒奏 ざんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συκοφαντική αναφορά προς τον Αυτοκράτορα
  1. 01 δυσφήμηση