23 αποτελέσματα για «谷»

たに N3

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλάδα, ρεματιά, χαράδρα, φαράγγι
谷間 たにま

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλάδα, χαράδρα, φαράγγι, χάσμα
  2. 02 ντεκολτέ (στήθους)
  3. 03 περιθωριοποιημένο μέρος ή τόπος, τυφλό σημείο, πάτος (της κοινωνίας), οικονομική ύφεση, κενό (στη δραστηριότητα, στην εργασία κάποιου κ.λπ.), περίοδος ηρεμίας, άνοιγμα
谷底 たにぞこ

ουσιαστικό

  1. 01 πυθμένας κοιλάδας, βάθος φαραγγιού, πάτος χαράδρας
谷川 たにがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινό ρυάκι
谷町 たにまち

ουσιαστικό

  1. 01 χορηγοί παλαιστών σούμο ή των σχολών τους
谷風 たにかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 άνεμος της κοιλάδας
谷地 やち

ουσιαστικό

  1. 01 βάλτος, βαλτώδης περιοχή
谷筋 たにすじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοίτη (ρυακιού, κοιλάδας κ.λπ.)
谷水 たにみず

ουσιαστικό

  1. 01 ρυάκι, νερό κοιλάδας
谷底平野 こくていへいや

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλάδα πεδιάδα
谷氷河 たにひょうが

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλαδοπαγετώνας
谷地ダモ やちダモ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντσουριανή μελία (είδος Fraxinus mandshurica var. japonica)
谷懐 たにぶところ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλάδα στα βαθιά ενός βουνού
谷垣派 たにがきは

ουσιαστικό

  1. 01 φατρία του Τανιγκάκι (του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος)
谷偏 たにへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό που σημαίνει κοιλάδα και τοποθετείται στα αριστερά ενός χαρακτήρα kanji
谷空木 たにうつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τάνι-ουτσούγκι (είδος φυλλοβόλου θάμνου της οικογένειας των καπριφολιίδων)
谷地鼠 やちねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός κόκκινος ποντικός της ράχης (Myodes andersoni)
  2. 02 κόκκινος ποντικός της ράχης (οποιοδήποτε τρωκτικό του γένους Myodes)
谷蟆 たにぐく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός φρύνος (Bufo japonicus)
谷折り たにおり

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχή κοιλάδας (οριγκάμι)
谷渡り たにわたり

ουσιαστικό

  1. 01 διάσχιση κοιλάδων, μετάβαση από κοιλάδα σε κοιλάδα
  2. 02 κελάηδημα του ιαπωνικού αηδονιού (ουγκουΐσου)