58 αποτελέσματα για «豊»
豊か ゆたか N3
επίθετο, επίθημα
- 01 άφθονος, πλούσιος, επαρκής
- 02 πλούσιος, εύπορος, ευκατάστατος
- 03 ανοιχτόμυαλος, χαλαρός, άνετος
- 04 γεμάτος, στρογγυλός, πλούσιος (π.χ. στήθος)
- 05 πολύ πάνω από, με το παραπάνω
豊富 ほうふ N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άφθονος, πλούσιος, επαρκής
豊満 ほうまん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εύσαρκος, εύσωμος, παχουλός, πληθωρικός
豊穣 ほうじょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 άφθονη σοδειά δημητριακών, πλούσια συγκομιδή
豊作 ほうさく N1
ουσιαστικό
- 01 πλούσια σοδειά, μεγάλη παραγωγή
豊臣秀吉 とよとみひでよし
ουσιαστικό
- 01 Τογιοτόμι Χιντεγιόσι
豊後 ぶんご
ουσιαστικό
- 01 Μπούνγκο (πρώην επαρχία που βρίσκεται στον σημερινό νομό Όιτα)
豊饒 ほうじょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εύφορος, παραγωγικός, καρποφόρος
豊潤 ほうじゅん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άφθονος, πλούσιος, ώριμος, μεστός
豊前 ぶぜん
ουσιαστικό
- 01 Μπουζέν (πρώην επαρχία που βρισκόταν στα ανατολικά του σημερινού νομού Φουκουόκα και στα βόρεια του νομού Όιτα)
豊麗 ほうれい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πλούσιος (σχεδιασμός), όμορφος, λαμπρός
豊胸 ほうきょう
ουσιαστικό
- 01 πλούσιο στήθος, γεμάτο στήθος
- 02 αυξητική στήθους
豊乳 ほうにゅう
ουσιαστικό
- 01 πλούσιο στήθος, μεγάλο στήθος
- 02 αυξητική στήθους
豊国 とよのくに
ουσιαστικό
- 01 Τογιό (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Όιτα και Φουκουόκα· αργότερα χωρίστηκε στις επαρχίες Μπουζέν και Μπούνγκο)
- 02 εύπορη χώρα, πλούσια χώρα
豊年 ほうねん
ουσιαστικό
- 01 εύφορη χρονιά, χρονιά με πλούσια σοδειά
豊漁 ほうりょう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη ψαριά, πλούσια σοδειά
豊胸手術 ほうきょうしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 αυξητική στήθους
豊艶 ほうえん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αισθησιακός, γοητευτικός, όμορφος
豊頬 ほうきょう
ουσιαστικό
- 01 γεμάτα μάγουλα, ελκυστικά μάγουλα
豊太閤 ほうたいこう
ουσιαστικό
- 01 Τογιοτόμι Χιντεγιόσι