6 αποτελέσματα για «豹»

豹変 ひょうへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιφνίδια αλλαγή, ριζική μεταβολή
ひょう

ουσιαστικό

  1. 01 λεοπάρδαλη (Panthera pardus)
豹尾 ひょうび

ουσιαστικό

  1. 01 Χιομπί, μία από τις οκτώ θεότητες του παραδοσιακού ημερολογίου
豹紋蛸 ひょうもんだこ

ουσιαστικό

  1. 01 χιουμοντάκο (είδος χταποδιού με μπλε δακτυλίους, ειδικότερα το χταπόδι με μπλε γραμμές, χαπαλοχλαίνα η ταινιωτή)
豹海豹 ひょうあざらし

ουσιαστικό

  1. 01 λεοπαρδοφώκια (Hydrurga leptonyx)
  1. 01 λεοπάρδαλη
  2. 02 πάνθηρας