97 αποτελέσματα για «財»
財布 さいふ N5
ουσιαστικό
- 01 πορτοφόλι, κερματοθήκη, τσαντάκι
財産 ざいさん N3
ουσιαστικό
- 01 περιουσία, πλούτος, περιουσιακά στοιχεία
財宝 ざいほう
ουσιαστικό
- 01 θησαυρός
財力 ざいりょく
ουσιαστικό
- 01 οικονομική δύναμη, οικονομικά μέσα, πλούτος
財政 ざいせい N1
ουσιαστικό
- 01 δημόσια οικονομικά
- 02 οικονομικές υποθέσεις, οικονομική κατάσταση
財 ざい N1
ουσιαστικό
- 01 περιουσία, πλούτη
- 02 αγαθά
- 03 νομικό πρόσωπο κοινωφελούς σκοπού
財閥 ざいばつ
ουσιαστικό
- 01 ζαϊμπάτσου, χρηματοοικονομικός όμιλος, βιομηχανικό συγκρότημα
- 02 πλούσιο πρόσωπο
財務 ざいむ
ουσιαστικό
- 01 οικονομικές υποθέσεις
財団 ざいだん
ουσιαστικό
- 01 ίδρυμα (οργανισμός), κοινοπραξία, όμιλος
財源 ざいげん N1
ουσιαστικό
- 01 πηγή χρηματοδότησης, οικονομικοί πόροι, οικονομικά μέσα
財界 ざいかい
ουσιαστικό
- 01 οικονομικός κόσμος, επιχειρηματικοί κύκλοι
財務省 ざいむしょう
ουσιαστικό
- 01 Υπουργείο Οικονομικών
財務大臣 ざいむだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός οικονομικών
財貨 ざいか
ουσιαστικό
- 01 εμπόρευμα, περιουσιακό στοιχείο
財政難 ざいせいなん
ουσιαστικό
- 01 οικονομικές δυσκολίες, οικονομικά προβλήματα
財政的 ざいせいてき
επίθετο
- 01 οικονομικός, χρηματοοικονομικός, δημοσιονομικός
財を成す ざいをなす
άλλο, ρήμα
- 01 πλουτίζω, αποκτώ περιουσία
財産家 ざいさんか
ουσιαστικό
- 01 πλούσιο άτομο, ευκατάστατος άνθρωπος
財産分与 ざいさんぶんよ
ουσιαστικό
- 01 διανομή περιουσίας
財界人 ざいかいじん
ουσιαστικό
- 01 χρηματοδότης, ηγετικό στέλεχος επιχειρήσεων