8 αποτελέσματα για «貰»
貰う もらう
ρήμα, άλλο
- 01 λαμβάνω, παίρνω, δέχομαι
- 02 ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι
- 03 έχω εξασφαλίσει, έχω κερδίσει
- 04 κολλάω (αρρώστια), παθαίνω
貰い受ける もらいうける
ρήμα
- 01 λαμβάνω, παίρνω
- 02 δέχομαι κάτι ως δώρο, παίρνω κάτι που μου δίνουν
貰い手 もらいて
ουσιαστικό
- 01 λήπτης, αποδέκτης
貰い もらい
ουσιαστικό
- 01 φιλοδώρημα, ελεημοσύνη
貰いっぱなし もらいっぱなし
ουσιαστικό
- 01 λαμβάνω κάποιο δώρο ή χάρη χωρίς να ανταποδίδω ή να κάνω κάτι σε αντάλλαγμα
貰いゲロ もらいゲロ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμπαθητικός εμετός, εμετός που προκαλείται από την όψη ή την οσμή του εμετού κάποιου άλλου
貰える もらえる
ρήμα, άλλο
- 01 μπορώ να λάβω, μπορώ να πάρω, μπορώ να δεχτώ
- 02 θα μπορούσατε (να μου δώσετε), θα θέλατε (να κάνετε κάτι), μπορείτε (να κάνετε κάτι)
貰
- 01 παίρνω
- 02 έχω
- 03 αποκτώ