14 αποτελέσματα για «貼»
貼り付ける はりつける
ρήμα
- 01 επικολλώ, κολλάω
- 02 εγκαθιστώ, τοποθετώ (σε θέση φύλαξης ή υπηρεσίας)
貼 ちょう
επίθημα, άλλο
- 01 μετρητής για δόσεις φαρμάκων κ.ά.
貼り合わせる はりあわせる
ρήμα
- 01 κολλάω μεταξύ τους, ενώνω με κόλλα
貼り付け はりつけ
ουσιαστικό
- 01 επικόλληση, κόλλημα
貼付 ちょうふ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επικόλληση, προσκόλληση, προσάρτηση, επισύναψη
貼り薬 はりぐすり
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητο επίθεμα, διαδερμικό επίθεμα, ιατρικό επίθεμα
貼り絵 はりえ
ουσιαστικό
- 01 κολάζ
貼り込み はりこみ
ουσιαστικό
- 01 κολάζ, επικόλληση
貼り箱 はりばこ
ουσιαστικό
- 01 χάρτινο κουτί, άκαμπτο κουτί από χαρτόνι επενδυμένο με χαρτί
貼り出し はりだし
ουσιαστικό
- 01 αφίσα, πλακάτ, ανακοίνωση
貼付剤 ちょうふざい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκόλλητο επίθεμα, διαδερμικό επίθεμα, ιατρικό επίθεμα
貼合 てんごう
ουσιαστικό
- 01 συγκόλληση (χαρτιού)
貼り込む はりこむ
ρήμα
- 01 κολλάω, επικολλάω, προσαρτώ
貼
- 01 κολλάω
- 02 επικολλώ
- 03 εφαρμόζω