139 αποτελέσματα για «資»

資料 しりょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό, δεδομένα, πληροφορίες, έγγραφα
資格 しかく N3

ουσιαστικό

  1. 01 προσόντα, απαιτήσεις, ικανότητες
資金 しきん N1

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα, κεφάλαιο
資質 ししつ

ουσιαστικό

  1. 01 φύση, ιδιοσυγκρασία, χαρακτήρας, προσόντα, ιδιότητες, ταλέντα
資産 しさん N1

ουσιαστικό

  1. 01 περιουσία, κεφάλαια, μέσα, ενεργητικό
資源 しげん N3

ουσιαστικό

  1. 01 πόροι
資材 しざい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη ύλη, υλικό
資本 しほん N3

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαια, κεφάλαιο
資格がない しかくがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χωρίς προσόντα, μη καταρτισμένος
資産家 しさんか

ουσιαστικό

  1. 01 πλούσιος άνθρωπος, ευκατάστατος
資料室 しりょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα τεκμηρίωσης, αρχειοφυλάκειο
資本主義 しほんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καπιταλισμός
資金繰り しきんぐり

ουσιαστικό

  1. 01 άντληση κεφαλαίων, χρηματοδότηση, ταμειακή ροή
資本家 しほんか

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλαιούχος, χρηματοδότης
資金源 しきんげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή κεφαλαίων, πηγή χρημάτων
資金力 しきんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ισχύς, χρηματοδοτική ικανότητα

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαια, αποθέματα
  2. 02 υλικό, βάση
  3. 03 χαρακτήρας, ιδιότητες, ιδιοσυγκρασία
資金調達 しきんちょうたつ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση κεφαλαίων
資料館 しりょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μουσείο, βιβλιοθήκη τεκμηρίωσης, αρχείο, γραφείο αρχείων
資料集 しりょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή εγγράφων