11 αποτελέσματα για «賊»

ぞく

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης, ληστής, διαρρήκτης
  2. 02 επαναστάτης, αντάρτης, προδότης
賊軍 ぞくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναστατικός στρατός
賊徒 ぞくと

ουσιαστικό

  1. 01 αντάρτες, ληστές, λωποδύτες, προδότες
賊将 ぞくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός επαναστατικού στρατού ή συμμορίας ανταρτών
賊名 ぞくめい

ουσιαστικό

  1. 01 η στίγμα του ονόματος του «επαναστάτη»
賊臣 ぞくしん

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστής, εξεγερμένος, προδότης
賊子 ぞくし

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστικό παιδί, αντάρτης, προδότης
賊害 ぞくがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλάβη, φόνος, καταστροφή από τα χέρια ανταρτών
賊心 ぞくしん

ουσιαστικό

  1. 01 κακόβουλη πρόθεση, τάση για παράνομη πράξη
  2. 02 επαναστατικό πνεύμα
賊虐 ぞくぎゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιά και κακομεταχείριση
  1. 01 διαρρήκτης
  2. 02 επαναστάτης, αντάρτης
  3. 03 προδότης
  4. 04 ληστής