26 αποτελέσματα για «賛»
賛成 さんせい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, συμφωνία, υποστήριξη, εύνοια
賛同 さんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, επικύρωση
賛辞 さんじ
ουσιαστικό
- 01 επικήδειος λόγος, εγκώμιο
賛美 さんび N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έπαινος, δοξολογία, εξύμνηση
賛美歌 さんびか
ουσιαστικό
- 01 ύμνος, ψαλμός
賛同者 さんどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 υποστηρικτής, υπέρμαχος, οπαδός
賛 さん
ουσιαστικό
- 01 έπαινος, τιμητική διάκριση
- 02 επιγραφή (πάνω σε πίνακα ζωγραφικής)
賛意 さんい
ουσιαστικό
- 01 έγκριση, συγκατάθεση
賛成派 さんせいは
ουσιαστικό
- 01 παραταξη υποστηρικτων
賛歌 さんか
ουσιαστικό
- 01 ύμνος, εγκώμιο, παιάνας, δοξαστικό τραγούδι
賛否両論 さんぴりょうろん
ουσιαστικό
- 01 επιχειρήματα υπέρ και κατά, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, ανάμεικτη υποδοχή, διφορούμενες κριτικές
賛否 さんぴ
ουσιαστικό
- 01 υπέρ και κατά, συγκατάθεση και άρνηση
賛成多数 さんせいたすう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλειοψηφία (ψήφων)
賛嘆 さんたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έπαινος, θαυμασμός, εξύμνηση
賛成票 さんせいひょう
ουσιαστικό
- 01 καταφατική ψήφος, ψήφος υπέρ, ναι
賛成者 さんせいしゃ
ουσιαστικό
- 01 υποστηρικτής
賛成意見 さんせいいけん
ουσιαστικό
- 01 συμφωνητική άποψη
賛成か反対か さんせいかはんたいか
άλλο
- 01 υπέρ ή κατά
賛助 さんじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποστήριξη, αρωγή
賛成論 さんせいろん
ουσιαστικό
- 01 υποστηρικτικό επιχείρημα