8 αποτελέσματα για «賜»
賜る たまわる N1
ρήμα
- 01 λαμβάνω ως δώρο, μου παραχωρείται, τιμούμαι με
- 02 δίνω, χαρίζω, απονέμω, τιμώ
賜物 たまもの
ουσιαστικό
- 01 δώρο, ευλογία, θεϊκή ευλογία
- 02 καλό αποτέλεσμα, καρπός (π.χ. των προσπαθειών κάποιου)
賜り物 たまわりもの
ουσιαστικό
- 01 δώρο, ευλογία
賜暇 しか
ουσιαστικό
- 01 άδεια, αναρρωτική άδεια
賜与 しよ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή δώρου (σε υφιστάμενο)
賜杯 しはい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό κύπελλο, τρόπαιο που απονέμεται από τον αυτοκράτορα
賜金 しきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματική επιχορήγηση (από την κυβέρνηση)
賜
- 01 παραχωρώ
- 02 δώρο
- 03 όφελος
- 04 αποτελέσματα