29 αποτελέσματα για «賞»

しょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 έπαθλο, βραβείο
賞賛 しょうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος, θαυμασμός, επιδοκιμασία, χειροκρότημα
賞金 しょうきん N2

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματικό έπαθλο, χρηματικό βραβείο, αμοιβή, ανταμοιβή
賞品 しょうひん N3

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο, έπαθλο
賞味期限 しょうみきげん

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας (σε τρόφιμα), ημερομηνία ανάλωσης, ημερομηνία λήξης
賞金首 しょうきんくび

ουσιαστικό

  1. 01 επικηρυγμένος
賞味 しょうみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλαυση, γούστο, εκτίμηση
賞金稼ぎ しょうきんかせぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγός επικηρυγμένων, κυνήγι επικηρυγμένων
賞を取る しょうをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω το βραβείο, παίρνω το βραβείο
賞状 しょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικό δίπλωμα, έπαινος
賞罰 しょうばつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβράβευση και τιμωρία
賞する しょうする

ρήμα

  1. 01 επαινώ, εγκωμιάζω, υμνώ
  2. 02 εκτιμώ, θαυμάζω
賞与 しょうよ

ουσιαστικό

  1. 01 μπόνους
  2. 02 ανταμοιβή, βραβείο
賞金をかける しょうきんをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσφέρω χρηματικό έπαθλο
賞美 しょうび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θαυμασμός, έπαινος, εκτίμηση
賞を受ける しょうをうける

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω βραβείο
賞金王 しょうきんおう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος κερδιστής χρηματικών επάθλων
賞玩 しょうがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτίμηση, θαυμασμός, απόλαυση
賞牌 しょうはい

ουσιαστικό

  1. 01 μετάλλιο
賞嘆 しょうたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος, επιδοκιμασία