7 αποτελέσματα για «賠»

賠償 ばいしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποζημίωση, επανορθώσεις, αποκατάσταση ζημιών, αποζημίωση για ζημίες
賠償金 ばいしょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημιώσεις, επανορθώσεις
賠償責任 ばいしょうせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 αστική ευθύνη αποζημίωσης, υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων
賠責 ばいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση αστικής ευθύνης
賠償責任保険 ばいしょうせきにんほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση αστικής ευθύνης
賠償命令 ばいしょうめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική εντολή για αποζημίωση
  1. 01 αποζημίωση
  2. 02 αποζημιώνω