8 αποτελέσματα για «賤»
賤 しず
ουσιαστικό, αντωνυμία
- 01 ταπεινός άνθρωπος, ταπεινότητα
- 02 εγώ
賤民 せんみん
ουσιαστικό
- 01 κοινωνικά υποτιμημένες ομάδες (συγκεκριμένα ως κάστα), ταπεινοί άνθρωποι
賤女 せんじょ
ουσιαστικό
- 01 ταπεινή γυναίκα
賤の女 しずのめ
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα χαμηλής κοινωνικής καταγωγής
賤称 せんしょう
ουσιαστικό
- 01 υποτιμητική ονομασία
賤鳥 しずとり
ουσιαστικό
- 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
賤吏 せんり
ουσιαστικό
- 01 χαμηλόβαθμος αξιωματούχος
賤
- 01 περιφρονώ, καταφρονώ
- 02 τιποτένιος
- 03 φτώχεια, ένδεια