24 αποτελέσματα για «購»

購入 こうにゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά
購買 こうばい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προμήθεια, αγορά, αγοραστική δραστηριότητα
  2. 02 σχολικό κυλικείο, συνεταιρικό κατάστημα, σχολικό κατάστημα
購買部 こうばいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κυλικείο σχολείου, συνεταιριστικό κατάστημα, τμήμα προμηθειών
購入者 こうにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστής
購う あがなう

ρήμα

  1. 01 αγοράζω
  2. 02 πληρώνω για
購読 こうどく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά και ανάγνωση (βιβλίου, περιοδικού κ.λπ.), συνδρομή (συμπεριλαμβανομένων των δωρεάν συνδρομών), παραλαβή (π.χ. εφημερίδας)
購買層 こうばいそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστικό κοινό, πελατειακή βάση, αγορά (για ένα προϊόν)
購買力 こうばいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστική δύναμη
購入先 こうにゅうさき

ουσιαστικό

  1. 01 λιανοπωλητής, έμπορος λιανικής
購読者 こうどくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδρομητής, αναγνώστης, αγοραστής
購買者 こうばいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστής
購入品 こうにゅうひん

ουσιαστικό

  1. 01 αγορασμένο είδος, αγορασμένα αγαθά, αγορά
購求 こうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά, αγοράζω
購入価格 こうにゅうかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή αγοράς
購入日 こうにゅうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία αγοράς
購読料 こうどくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδρομή
購買組合 こうばいくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεταιρισμός
購入注文 こうにゅうちゅうもん

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή αγοράς
購書 こうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αγορασμένα βιβλία, αγορά βιβλίων
購買習慣 こうばいしゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστική συνήθεια