7 αποτελέσματα για «賽»

さい

ουσιαστικό

  1. 01 ζάρι
賽銭 さいせん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική προσφορά, οβολός
賽銭箱 さいせんばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί προσφορών
賽の河原 さいのかわら

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σαϊνοκαουάρα (ο τόπος όπου τα παιδιά που πεθαίνουν σε μικρή ηλικία συγκεντρώνουν πέτρες για να χτίσουν πύργους προς τιμήν των γονιών τους)
  2. 02 μάταιος, άκαρπος
賽は投げられた さいはなげられた

άλλο

  1. 01 ο κύβος ερρίφθη, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής, alea iacta est
賽銭泥棒 さいせんどろぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης που αφαιρεί χρήματα από το κουτί προσφορών σε ναό ή ιερό, κλέφτης προσφορών
  1. 01 ζάρι
  2. 02 επίσκεψη σε ναό