10 αποτελέσματα για «贖»
贖罪 しょくざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξιλέωση
- 02 η Εξιλέωση (του Ιησού Χριστού)
贖う あがなう
ρήμα
- 01 εξιλεώνομαι, εξιλεώνω, λυτρώνω, αναπληρώνω, αποζημιώνω
贖い あがない
ουσιαστικό
- 01 εξιλέωση, λύτρωση, αποζημίωση
贖罪の日 しょくざいのひ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 γιόμ κιπούρ, ημέρα του εξιλασμού
贖宥状 しょくゆうじょう
ουσιαστικό
- 01 συγχωροχάρτι (θρησκευτικό)
贖罪の山羊 しょくざいのやぎ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αποδιοπομπαίος τράγος
贖罪意識 しょくざいいしき
ουσιαστικό
- 01 συναίσθημα εξιλέωσης
贖宥 しょくゆう
ουσιαστικό
- 01 συγχώρεση, άφεση αμαρτιών (στην Καθολική Εκκλησία)
贖罪の羊 しょくざいのひつじ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εξιλαστήριο θύμα
贖
- 01 εξαγοράζω