5 αποτελέσματα για «赫»

赫々 かくかく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, φωτεινός, ένδοξος
赫灼 かくしゃく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, ακτινοβόλος, φωτεινός, αστραφτερός
赫奕 かくえき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, ακτινοβόλος, φωτεινός, πυρακτωμένος
赫然 かくぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 βίαιος και οργισμένος
  2. 02 λαμπερός, αστραφτερός, σπινθηροβόλος
  1. 01 ξαφνικά
  2. 02 φωτίζω, λαμπρύνω
  3. 03 φωτίζω
  4. 04 ανάβω, φωτίζω, λάμπω