22 αποτελέσματα για «趣»
趣味 しゅみ N4
ουσιαστικό
- 01 χόμπι, απασχόληση, διασκέδαση
- 02 γούστα, προτίμηση, αρέσκεια
趣 おもむき N1
ουσιαστικό
- 01 σημασία, περιεχόμενο, ουσία
- 02 αποτέλεσμα, επίδραση
- 03 εμφάνιση, όψη
- 04 χάρη, γοητεία, φινέτσα, αισθητική, κομψότητα
趣旨 しゅし N1
ουσιαστικό
- 01 νόημα, σημείο (π.χ. μιας δήλωσης), ουσία, σκοπός
- 02 στόχος, πρόθεση, αντικείμενο, επιδίωξη, σημείο
趣向 しゅこう
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, ιδέα, κατασκευή, πλοκή
- 02 γούστο, προτίμηση
趣味が悪い しゅみがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 κακόγουστος (π.χ. στα ρούχα), έλλειψη γούστου
趣味の悪い しゅみのわるい
άλλο, επίθετο
- 01 κακόγουστος, χυδαίος, άγευστος
趣味嗜好 しゅみしこう
ουσιαστικό
- 01 ενδιαφέροντα και προτιμήσεις
趣向を凝らす しゅこうをこらす
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω ένα περίτεχνο πλάνο, επιστρατεύω την ευρηματικότητά μου, καταστρώνω ένα σχέδιο
趣のある おもむきのある
άλλο
- 01 καλαίσθητος, κομψός, εκλεπτυσμένος, γοητευτικός, ελκυστικός
趣向を変えて しゅこうをかえて
άλλο
- 01 για αλλαγή, για χάρη της ποικιλίας
趣意 しゅい
ουσιαστικό
- 01 γνώμη, άποψη, σκοπός, νόημα, ουσία, κεντρικό σημείο
趣味がいい しゅみがいい
άλλο, επίθετο
- 01 καλαίσθητος, με καλό γούστο, έχων καλό γούστο, έχων καλλιεργημένο γούστο
趣味のいい しゅみのいい
άλλο, επίθετο
- 01 καλαίσθητος, με καλό γούστο, (για άτομο) με εκλεπτυσμένο γούστο, με καλλιεργημένο γούστο
趣深い おもむきぶかい
επίθετο
- 01 κομψός, γοητευτικός, εκλεπτυσμένος, μαγευτικός, καλαίσθητος
趣味性 しゅみせい
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένο ενδιαφέρον, προτίμηση
趣意書 しゅいしょ
ουσιαστικό
- 01 ενημερωτικό δελτίο
趣旨説明 しゅしせつめい
ουσιαστικό
- 01 επεξήγηση σκοπού (ειδικότερα νομοσχεδίου), αιτιολόγηση
趣味家 しゅみか
ουσιαστικό
- 01 γνώστης, φιλότεχνος
- 02 ένθερμος οπαδός, θιασώτης
趣致 しゅち
ουσιαστικό
- 01 γούστο, κομψότητα, γοητεία
趣味本 しゅみぼん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο χόμπι