2 αποτελέσματα για «趺»

趺坐 ふざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι σταυροπόδι, κάθομαι στη στάση του λωτού
  1. 01 πόδι
  2. 02 κάλυκας
  3. 03 στάση λωτού