6 αποτελέσματα για «跛»

びっこ

ουσιαστικό

  1. 01 χωλότητα, χωλός
  2. 02 ασύμμετρο ζεύγος (παπουτσιών κ.λπ.)
跛行 はこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανισορροπία, ακανόνιστη πορεία, αστάθμητη πρόοδος
  2. 02 χωλότητα, χωλός βηματισμός
跛行景気 はこうけいき

ουσιαστικό

  1. 01 ασταθής οικονομική ανάπτυξη
跛行婚 はこうこん

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής γάμος ο οποίος αναγνωρίζεται μόνο στη χώρα του ενός εκ των δύο μερών (π.χ. γάμος ομόφυλων ζευγαριών, πολυγαμία, γάμος ανηλίκων)
跛者 はしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπηρος
  1. 01 κουτσός
  2. 02 χωλότητα
  3. 03 μονό παπούτσι