21 αποτελέσματα για «跡»
跡 あと N3
ουσιαστικό
- 01 ίχνος, σημάδι, ένδειξη
- 02 τοποθεσία, απομεινάρια, ερείπια
- 03 ουλή
跡形もなく あとかたもなく
άλλο, επίρρημα
- 01 χωρίς να αφήνω κανένα ίχνος
跡取り あととり
ουσιαστικό
- 01 κληρονόμος, διάδοχος
跡継ぎ あとつぎ N1
ουσιαστικό
- 01 κληρονόμος, διαδοχέας
- 02 διάδοχος
跡地 あとち
ουσιαστικό
- 01 παλιός χώρος (κάτι που προϋπήρχε), τοποθεσία (π.χ. κατεδαφισμένου κτιρίου)
跡形 あとかた
ουσιαστικό
- 01 ίχνος, κατάλοιπο, τεκμήριο
跡目 あとめ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγία οικογένειας, οικογενειακή περιουσία
跡をつける あとをつける
άλλο, ρήμα
- 01 ακολουθώ, παρακολουθώ, σκιάζω
- 02 αφήνω ίχνη, αφήνω πατημασιές
跡取り息子 あととりむすこ
ουσιαστικό
- 01 γιος και κληρονόμος, γιος που θα διαδεχθεί κάποιον
跡目争い あとめあらそい
ουσιαστικό
- 01 διαμάχη κληρονομικής διαδοχής, σύγκρουση για τη διαδοχή
跡取り娘 あととりむすめ
ουσιαστικό
- 01 κόρη και κληρονόμος κάποιου
跡を絶つ あとをたつ
άλλο, ρήμα
- 01 εξαλείφω, βάζω τέλος σε κάτι
跡を濁す あとをにごす
άλλο, ρήμα
- 01 αφήνω πίσω μου κακή εντύπωση
跡 せき
ουσιαστικό
- 01 ίχνος
跡目相続 あとめそうぞく
ουσιαστικό
- 01 διαδοχή
跡づける あとづける
ρήμα
- 01 ανιχνεύω, αναζητώ, διερευνώ
跡をくらます あとをくらます
άλλο, ρήμα
- 01 εξαφανίζομαι, γίνομαι άφαντος, το σκάω, κρύβομαι
跡白浪 あとしらなみ
ουσιαστικό
- 01 αφρός (από την πορεία πλοίου)
- 02 εξαφάνιση χωρίς ίχνη
跡見学園女子大学 あとみがくえんじょしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Γυναικείο Πανεπιστήμιο Ατόμι
跡見女子大学 あとみじょしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Γυναικείο Πανεπιστήμιο Ατόμι