45 αποτελέσματα για «路»

路地 ろじ

ουσιαστικό

  1. 01 σοκάκι, στενό, δρομάκι, πάροδος
  2. 02 μονοπάτι, διάδρομος (μέσα από μια πύλη ή κήπο)
  3. 03 κήπος τσαγιού
路上 ろじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στον δρόμο
  2. 02 καθ' οδόν

επίθημα

  1. 01 διαδρομή, δρόμος
  2. 02 απόσταση που διανύεται σε μία ημέρα
  3. 03 η ηλικία κάποιου (π.χ. δεκαετία των 40, δεκαετία των 60)
路地裏 ろじうら

ουσιαστικό

  1. 01 παρόδος, στενό, δρομάκι πίσω από κεντρικό δρόμο
路線 ろせん

ουσιαστικό

  1. 01 δρομολόγιο, γραμμή (λεωφορείου, τρένου, αεροπορική κ.λπ.)
  2. 02 γραμμή (που ακολουθεί μια ομάδα, οργάνωση κ.λπ.), πολιτική, πορεία
路面 ろめん

ουσιαστικό

  1. 01 οδόστρωμα
路傍 ろぼう

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, παραδρομιος
路頭に迷う ろとうにまよう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω άστεγος, χάνω το βιος μου, μένω στον δρόμο, βρίσκομαι σε απόγνωση
路肩 ろかた

ουσιαστικό

  1. 01 έρμα (του δρόμου), άκρη δρόμου
路銀 ろぎん

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ταξιδιού
路面電車 ろめんでんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τραμ, τροχιοδρομικό όχημα
路線変更 ろせんへんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή δρομολογίου λεωφορείου
  2. 02 αλλαγή πολιτικής, αναθεώρηση πολιτικής (αναστροφή)
路線バス ろせんバス

ουσιαστικό

  1. 01 αστικό λεωφορείο, λεωφορείο τακτικής συγκοινωνίας
路線図 ろせんず

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτης δρομολογίων (για λεωφορεία, τρένα, κ.λπ.)
路次 ろじ

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, μονοπάτι, διαδρομή, καθ' οδόν, κατά μήκος του δρόμου
路上駐車 ろじょうちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στάθμευση στον δρόμο, παρκάρισμα στο οδόστρωμα
路上ライブ ろじょうライブ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτέλεση μουσικής στον δρόμο, μουσική του δρόμου
路頭 ろとう

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, οδός
路上生活者 ろじょうせいかつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άστεγοι (που ζουν στον δρόμο)
路用 ろよう

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ταξιδιού, οδοιπορικά έξοδα