4 αποτελέσματα για «践»

践祚 せんそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθρόνιση
践言 せんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήρηση του λόγου κάποιου
践踏 せんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταπάτηση, ποδοπάτημα
践
  1. 01 πατώ
  2. 02 πατώ
  3. 03 ποδοπατώ
  4. 04 εφαρμόζω
  5. 05 διεκπεραιώνω