3 αποτελέσματα για «跼»

跼む せくぐむ

ρήμα

  1. 01 καμπουριάζω σκυμμένος
跼まる せぐくまる

ρήμα

  1. 01 σκύβω με καμπουριαστή πλάτη
跼
  1. 01 σκύβω, υποκλίνομαι
  2. 02 σκύβω, καμπουριάζω
  3. 03 σκύβω
  4. 04 σκύβω χαμηλά, οκλάζω