4 αποτελέσματα για «踵»

踵を返す きびすをかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω μεταβολή, γυρίζω πίσω, επιστρέφω
かかと

ουσιαστικό

  1. 01 φτέρνα (ποδιού, παπουτσιού, κάλτσας κ.λπ.)
踵骨 しょうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 πτέρνα, οστό της πτέρνας
  1. 01 φτέρνα