8 αποτελέσματα για «蹄»
蹄 ひづめ
ουσιαστικό
- 01 οπλή
蹄鉄 ていてつ
ουσιαστικό
- 01 πέταλο
蹄葉炎 ていようえん
ουσιαστικό
- 01 τειογενής φλεγμονή (λαμινίτιδα), οπληγή
蹄鉄工 ていてつこう
ουσιαστικό
- 01 πεταλωτής, σιδεράς
蹄叉 ていさ
ουσιαστικό
- 01 βάτραχος, βατραχάκι, το μαλακό μέρος στη βάση της οπλής του αλόγου που λειτουργεί ως αμορτισέρ
蹄行性 ていこうせい
ουσιαστικό
- 01 οπληφόρος (βάδισμα πάνω στις οπλές)
蹄球 ていきゅう
ουσιαστικό
- 01 βάση (του οπλίου ενός ζώου)
蹄
- 01 οπλή