3 αποτελέσματα για «蹉»

蹉跌 さてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυχία, παραπάτημα, οπισθοδρόμηση
蹉だ さだ

ουσιαστικό, επίρρημα, άλλο

  1. 01 εμπόδιο, κώλυμα
  2. 02 αντιξοότητα, ατυχία, κακοτυχία, παρακμή
  1. 01 σκοντάφτω