6 αποτελέσματα για «蹌»

蹌踉めく よろめく

ρήμα

  1. 01 παραπατάω, σκοντάφτω, κλονίζομαι, ταλαντεύομαι
  2. 02 διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
  3. 03 συνάπτω ερωτική σχέση, ενδίδω (σε κάποιον)
蹌踉 そうろう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 παραπατώντας, κλονιζόμενος, τρεκλίζοντας
蹌踉ける よろける

ρήμα

  1. 01 παραπατώ, σκοντάφτω
蹌々 そうそう

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ασταθής, παραπατώντας
蹌踉つく よろつく

ρήμα

  1. 01 παραπατώ, σκοντάφτω, κλονίζομαι
  1. 01 κινούμαι
  2. 02 παραπατάω, ταλαντεύομαι