6 αποτελέσματα για «蹲»

蹲る うずくまる

ρήμα

  1. 01 κουρνιάζω, μαζεύομαι, κατσαρώνω
つくばい

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινος νιπτήρας που βρίσκεται στους ιαπωνικούς κήπους
蹲踞 そんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σονκιό, βαθύ κάθισμα (επίσημη στάση ημικαθίσματος που εκτελείται στην έναρξη αγώνα σούμο ή κέντο)
蹲む つくなむ

ρήμα

  1. 01 καθίζω στα πόδια, καμπουριάζω
蹲う つくばう

ρήμα

  1. 01 κατσουφιάζω, σκύβω χαμηλά
  1. 01 σκύβω, κουλουριάζομαι
  2. 02 κάθομαι οκλαδόν
  3. 03 μαζεύομαι, σκύβω από φόβο