3 αποτελέσματα για «躑»

躑躅 つつじ

ουσιαστικό

  1. 01 αζαλέα, ροδόδεντρο
躑躅 てきちょく

ουσιαστικό

  1. 01 δισταγμός, αναποφασιστικότητα, ταλάντευση
  2. 02 αζαλέα (γένος ροδόδεντρο)
  1. 01 σκύβω
  2. 02 κάθομαι οκλαδόν
  3. 03 χασομερώ