3 αποτελέσματα για «躓»

躓く つまずく

ρήμα

  1. 01 σκοντάφτω
  2. 02 αποτυγχάνω, υφίσταμαι πισωγύρισμα
躓き つまずき

ουσιαστικό

  1. 01 πατάτισμα, παραπάτημα
  2. 02 αποτυχία, σφάλμα, εμπόδιο
  1. 01 σκοντάφτω