3 αποτελέσματα για «躾»

躾 しつけ N1

ουσιαστικό

  1. 01 πειθαρχία, εκπαίδευση, διδασκαλία τρόπων συμπεριφοράς
躾ける しつける N1

ρήμα

  1. 01 εκπαιδεύω, διαπαιδαγωγώ, διδάσκω τρόπους συμπεριφοράς
躾
  1. 01 εκπαίδευση, ανατροφή, διαπαιδαγώγηση
  2. 02 (κοκούτζι, ιαπωνικό ιδεόγραμμα)