30 αποτελέσματα για «軌»

軌道 きどう N1

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιά
  2. 02 γραμμή
  3. 03 σωστή πορεία
軌跡 きせき

ουσιαστικό

  1. 01 ίχνος τροχού
  2. 02 ίχνη προσώπου ή πράγματος, διαδρομή που κάποιος έχει ακολουθήσει
  3. 03 γεωμετρικός τόπος
軌道に乗る きどうにのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βαδίζω σωστά, πηγαίνω σύμφωνα με το πρόγραμμα
  2. 02 μπαίνω σε τροχιά
軌道修正 きどうしゅうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διόρθωση πορείας, αλλαγή τροχιάς, τροχιακή προσαρμογή
軌道上 きどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σε τροχιά
軌道に乗せる きどうにのせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 θέτω σε τροχιά, βάζω σε σωστό δρόμο, υλοποιώ σύμφωνα με το σχέδιο
  2. 02 θέτω σε τροχιά, στέλνω σε τροχιά

ουσιαστικό

  1. 01 αυλάκι, τροχιά τροχού
  2. 02 απόσταση μεταξύ δύο τροχών, εύρος τροχιάς
軌条 きじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροτροχιά (σιδηροδρόμου)
軌を一にする きをいつにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπίπτω, έχω την ίδια άποψη ή γνώμη, ακολουθώ τον ίδιο τρόπο δράσης
軌間 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 εύρος σιδηροδρομικής γραμμής
軌道船 きどうせん

ουσιαστικό

  1. 01 διαστημικό σκάφος τροχιάς
軌道面 きどうめん

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακό επίπεδο
軌道の離心率 きどうのりしんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή εκκεντρότητα
軌道運動 きどううんどう

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή κίνηση
軌道力学 きどうりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή μηχανική
軌道長半径 きどうちょうはんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιάξονας τροχιάς (ειδικότερα σε θέματα τροχιακής μηχανικής)
軌道傾斜角 きどうけいしゃかく

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή κλίση
軌道電子 きどうでんし

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακό ηλεκτρόνιο
軌道関数 きどうかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιακή συνάρτηση
軌道短半径 きどうたんはんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιασόνια έλλειψης (ιδίως σε ζητήματα τροχιών)