22 αποτελέσματα για «軒»

けん

επίθημα, άλλο

  1. 01 μετρητής για κτίρια (ειδικά για σπίτια)
  2. 02 επίθημα για λογοτεχνικό ψευδώνυμο, καλλιτεχνικό όνομα κ.λπ.
軒並み のきなみ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σειρά σπιτιών
  2. 02 κάθε σπίτι, κάθε πόρτα
  3. 03 όλοι, συνολικά, καθολικά, οριζόντια σε όλους τους τομείς
軒先 のきさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της στέγης, πρόσοψη σπιτιού
のき N3

ουσιαστικό

  1. 01 γείσο, στέγη
  2. 02 στενός διάδρομος που περιβάλλει τον κεντρικό πυρήνα ενός ναού
軒下 のきした

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω από τα κεραμίδια της στέγης
軒を連ねる のきをつらねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέκομαι το ένα δίπλα στο άλλο, βρίσκομαι σε σειρά
軒を並べる のきをならべる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρατάσσομαι πλάι-πλάι, στέκομαι στη σειρά
軒端 のきば

ουσιαστικό

  1. 01 γείσο, άκρη του γείσου
軒昂 けんこう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 κεφάτος, με ανεβασμένη διάθεση
軒猿 のきざる

ουσιαστικό

  1. 01 νίντζα (ειδικότερα εκείνοι που υπηρετούσαν τη φατρία Ουεσούγκι κατά την περίοδο Σενγκόκου)
軒灯 けんとう

ουσιαστικό

  1. 01 λάμπα ή ηλεκτρικό φως κάτω από τα γείσα ενός σπιτιού, φως εισόδου
軒別 けんべつ

ουσιαστικό

  1. 01 από σπίτι σε σπίτι
軒数 けんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός σπιτιών
軒輊 けんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υψηλό και χαμηλό, διαφορά, ανισότητα
軒天 のきてん

ουσιαστικό

  1. 01 γείσο, πρόβολος στέγης
軒忍 のきしのぶ

ουσιαστικό

  1. 01 νοκισινόμπου (είδος φτέρης, Lepisorus thunbergianus)
軒丈 のきたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος από το έδαφος μέχρι το γείσο ενός κτιρίου
軒樋 のきどい

ουσιαστικό

  1. 01 υδρορροή, λούκι στέγης, υδρορροή γείσου
軒丸瓦 のきまるがわら

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμίδι γείσου (που αποτελείται από ένα κυρτό ημικυλινδρικό κεραμίδι και ένα διακοσμητικό κρεμαστό τμήμα)
軒平瓦 のきひらがわら

ουσιαστικό

  1. 01 νοκιχιραγκάουα (κεραμίδι άκρης στέγης, που αποτελείται από ένα πλατύ κοίλο κεραμίδι και ένα σχεδόν ορθογώνιο διακοσμητικό κάλυμμα)