12 αποτελέσματα για «載»

載る のる N3

ρήμα

  1. 01 μπαίνω πάνω, τοποθετούμαι, φορτώνομαι, στοιβάζομαι
  2. 02 δημοσιεύομαι (σε έντυπο), αναφέρομαι, καταγράφομαι, παρουσιάζομαι, περιλαμβάνομαι
さい

άλλο

  1. 01 δέκα εις την τεσσαρακοστή τετάρτη, εκατό τρισεκατομμύρια
載炭 さいたん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθράκευση, τροφοδοσία με γαιάνθρακα
載貨喫水線 さいかきっすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή φόρτωσης, σημάδι πλομσόλ, γραμμή πλομσόλ
載貨屯数 さいかとんすう

ουσιαστικό

  1. 01 νεκρό βάρος πλοίου (φορτίο)
載積 さいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά, φόρτωση
載荷 さいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόρτωση, φορτίο
載せ込み のせこみ

ουσιαστικό

  1. 01 φόρτωση, στοίβαξη (πάνω σε, μέσα σε)
  2. 02 μεταφόρτωση
載架 さいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεφυρώνω, τοποθετώ οριζόντια για να σχηματίσω γέφυρα
載量 さいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χωρητικότητα φόρτωσης, ικανότητα μεταφοράς
載貨 さいか

ουσιαστικό

  1. 01 φόρτωση εμπορεύματος, παραλαβή φορτίου, φορτίο, αποστολή
  1. 01 καβαλάω
  2. 02 επιβιβάζομαι
  3. 03 ανεβαίνω
  4. 04 τοποθετώ
  5. 05 απλώνω
  6. 06 δέκα εις την τεσσαρακοστή τετάρτη
  7. 07 καταγράφω
  8. 08 δημοσιεύω