6 αποτελέσματα για «輩»

輩 やから

ουσιαστικό

  1. 01 παρέα, ομάδα, σύνολο ατόμων, φατρία, γενιά, οικογένεια, όμοιος, ομοϊδεάτης
輩出 はいしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή (ανθρώπων) σε μεγάλους αριθμούς, διαδοχική εμφάνιση ατόμων
輩 はい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, συμμορία, παρέα
輩 ともがら

ουσιαστικό

  1. 01 σύντροφος, συνάδελφος
輩 ばら

ουσιαστικό

  1. 01 προστίθεται ως κατάληξη σε λέξεις που δηλώνουν μια κατηγορία ανθρώπων για να σχηματίσει πληθυντικό (ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα που υποδηλώνουν έλλειψη ευγένειας)
輩
  1. 01 σύντροφος
  2. 02 συνομήλικος, συνάδελφος
  3. 03 άνθρωποι, κόσμος
  4. 04 σύντροφοι