78 αποτελέσματα για «輪»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος, δακτύλιος, θηλιά
  2. 02 στεφάνι, κρίκος
  3. 03 τροχός
  4. 04 κύκλος (π.χ. φίλων)
  5. 05 πλανητικός δακτύλιος
輪郭 りんかく

ουσιαστικό

  1. 01 περίγραμμα, σιλουέτα
  2. 02 περίληψη, σκιαγράφηση
  3. 03 εξωτερική εμφάνιση, χαρακτηριστικά προσώπου
りん

άλλο

  1. 01 αριθμητικό για ρόδες και λουλούδια
輪っか わっか

ουσιαστικό

  1. 01 δακτύλιος, θηλιά (σχοινιού)
  2. 02 φωτοστέφανο (αγγέλου)
輪廻 りんね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σάμσαρα (κύκλος θανάτου και αναγέννησης)
  2. 02 μετενσάρκωση, αναγέννηση
輪をかける わをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπερβάλλω, ξεπερνώ, εντείνω
輪になる わになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω κύκλο, συγκεντρώνομαι κυκλικά
輪切り わぎり

ουσιαστικό

  1. 01 κόψιμο σε στρογγυλές φέτες, στρογγυλή φέτα
  2. 02 χωρισμός σε ομάδες (π.χ. ανάλογα με την ικανότητα)
輪ゴム わゴム

ουσιαστικό

  1. 01 λαστιχάκι
輪を描く わをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω κύκλο, κινούμαι κυκλικά
  2. 02 ζωγραφίζω έναν κύκλο
輪廻転生 りんねてんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 η διαρκής ροή των πάντων μέσω του αέναου κύκλου γέννησης, θανάτου και αναγέννησης, ο κύκλος της μετεμψύχωσης (ριννετένσο)
輪投げ わなげ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με κρίκους, ρίψη κρίκων
輪唱 りんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κανόνας, τραγούδι σε κυκλική μορφή, ροντό
輪姦 りんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαδικός βιασμός
輪舞 りんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυκλικός χορός, χορός σε κύκλο
輪形 りんけい

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλιοειδής, κυκλικός
輪郭線 りんかくせん

ουσιαστικό

  1. 01 περίγραμμα, γραμμή περιγράμματος, οριοθετική γραμμή
輪作 りんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμειψισπορά
輪転機 りんてんき

ουσιαστικό

  1. 01 περιστροφικό πιεστήριο
輪状 りんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλιοειδής, κυκλικός