82 αποτελέσματα για «輸»
輸入 ゆにゅう N4
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 εισαγωγή
- 02 αφερεντικός
輸送 ゆそう N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφορά, διακίνηση, διαμετακόμιση
輸出 ゆしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 εξαγωγή
- 02 απαγωγικός
輸血 ゆけつ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάγγιση αίματος
輸送機 ゆそうき
ουσιαστικό
- 01 μεταφορικό αεροσκάφος, αεροπλάνο μεταφορών
輸送船 ゆそうせん
ουσιαστικό
- 01 πλοίο μεταφοράς, μεταγωγικό πλοίο
輸入品 ゆにゅうひん
ουσιαστικό
- 01 εισαγόμενα αγαθά
輸送車 ゆそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 φορτηγό μεταφοράς, όχημα μεταφοράς
輸出入 ゆしゅつにゅう
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγή και εξαγωγή
輸液 ゆえき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάγγιση
輸送費 ゆそうひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα αποστολής, μεταφορικά έξοδα
輸送手段 ゆそうしゅだん
ουσιαστικό
- 01 μεταφορικό μέσο, μέσο μεταφοράς
輸出品 ゆしゅつひん
ουσιαστικό
- 01 εξαγόμενα προϊόντα
輸入量 ゆにゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 όγκος εισαγωγών
輸送力 ゆそうりょく
ουσιαστικό
- 01 μεταφορική ισχύς, μεταφορική ικανότητα
輸入禁止 ゆにゅうきんし
ουσιαστικό
- 01 απαγόρευση εισαγωγής
輸出額 ゆしゅつがく
ουσιαστικό
- 01 αξία εξαγωγών, ύψος εξαγωγών
輸出国 ゆしゅつこく
ουσιαστικό
- 01 εξαγωγική χώρα
輸送量 ゆそうりょう
ουσιαστικό
- 01 μεταφορικό έργο, όγκος ή ποσότητα μεταφερόμενων εμπορευμάτων
輸入業者 ゆにゅうぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγέας, έμπορος εισαγωγών, εισαγωγική εταιρεία