11 αποτελέσματα για «輻»

輻射 ふくしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακτινοβολία

ουσιαστικό

  1. 01 ακτίνα τροχού
輻射熱 ふくしゃねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολούμενη θερμότητα, φωτοθερμική
輻輳 ふくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφόρηση, συνωστισμός, συσσώρευση
  2. 02 σύγκλιση (των οφθαλμών)
輻射エネルギー ふくしゃエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολούμενη ενέργεια
輻射線 ふくしゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολία, ακτινοβόλες δέσμες
輻射点 ふくしゃてん

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβόλο σημείο
輻輳状態 ふくそうじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση συμφόρησης (ενός δικτύου), συμφόρηση
輻輳制御 ふくそうせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος συμφόρησης (σε δίκτυο)
輻射能 ふくしゃのう

ουσιαστικό

  1. 01 εκπεμπόμενη ισχύς, εκπεμψιμότητα
  1. 01 ακτίνα (τροχού)