9 αποτελέσματα για «輿»

輿 こし

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό κάθισμα, φορείο, νεκροφόριο
  2. 02 φορητό ιερό
輿入れ こしいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γαμήλια τελετή, νυφική πομπή, γάμος σε οικογένεια
輿地 よち

ουσιαστικό

  1. 01 γη, κόσμος
輿丁 よてい

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας φορείου, βασταζομενού
輿望 よぼう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικότητα, εκτίμηση, φήμη, εμπιστοσύνη
輿舁き こしかき

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας φορείου, η μεταφορά φορείου
輿望を担う よぼうをになう

άλλο, ρήμα

  1. 01 απολαμβάνω την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη του κόσμου
輿地図 よちず

ουσιαστικό

  1. 01 παγκόσμιος χάρτης, χάρτης
輿
  1. 01 σεκί
  2. 02 νεκροκρέβατο
  3. 03 κοινή γνώμη
  4. 04 γη