6 αποτελέσματα για «轢»

轢く ひく

ρήμα

  1. 01 πατώ, χτυπώ (με όχημα)
轢死 れきし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από τροχαίο ατύχημα (λόγω παράσυρσης από όχημα)
轢殺 れきさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θανάτωση με παράσυρση από όχημα ή τρένο
轢断 れきだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπή σε δύο μέρη από τις ρόδες τρένου
轢過 れきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράσυρση (από όχημα)
  1. 01 πατώ