39 αποτελέσματα για «辞»

辞める やめる N3

ρήμα

  1. 01 παραιτούμαι, αποχωρώ, σταματώ, εγκαταλείπω (τη δουλειά μου κ.λπ.)
辞退 じたい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρνηση, απόρριψη, μη αποδοχή, απόσυρση (π.χ. υποψηφιότητας), αποχώρηση (π.χ. από αγώνα), δικαιολόγηση απουσίας
辞書 じしょ N5

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικό
  2. 02 επιστολή παραίτησης
辞する じする

ρήμα

  1. 01 αποχωρώ, χαιρετώ για να φύγω, φεύγω
  2. 02 παραιτούμαι, αποχωρώ από τη θέση μου, εγκαταλείπω το αξίωμα
  3. 03 αρνούμαι, απορρίπτω, αποποιούμαι
  4. 04 πράττω αποφασιστικά, είμαι έτοιμος να κάνω κάτι, δεν διστάζω να κάνω κάτι
辞任 じにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραίτηση (από μια θέση)
辞さない じさない

άλλο, επίθετο

  1. 01 είμαι πρόθυμος να κάνω, είμαι προετοιμασμένος να κάνω, είμαι έτοιμος να κάνω, δεν με πειράζει να κάνω
辞職 じしょく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραίτηση
辞表 じひょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση
辞令 じれい

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη κοινοποίηση υπηρεσιακής μεταβολής (διορισμός, απόλυση κ.λπ.)
  2. 02 διατύπωση, επιλογή λέξεων, φρασεολογία
辞典 じてん N4

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικό, λεξικό

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος (π.χ. εναρκτήριες ή καταληκτικές ομιλίες), ομιλία, λέξεις
  2. 02 τσι (κινεζική λογοτεχνική μορφή)
  3. 03 βοηθητική λέξη
辞す じす

ρήμα

  1. 01 αποχωρώ, χαιρετώ για να φύγω, φεύγω
  2. 02 παραιτούμαι, αποχωρώ από τη θέση μου, εγκαταλείπω το αξίωμα
  3. 03 απορρίπτω, αρνούμαι
  4. 04 πράττω ακλόνητα, είμαι προετοιμασμένος να κάνω κάτι, δεν διστάζω να κάνω κάτι
辞去 じきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση, παραίτηση, συνταξιοδότηση
辞儀 じぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόκλιση (και χαιρετισμός)
  2. 02 άρνηση, απόρριψη
辞世の句 じせいのく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιθανάτιο ποίημα, αποχαιρετιστήριο ποίημα, ποίημα γραμμένο κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής κάποιου
辞書を引く じしょをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανατρέχω σε λεξικό
辞世 じせい

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος, αποδημία
  2. 02 τελευταία λόγια, επικήδειο ποίημα (ποίημα που γράφεται κατά τις τελευταίες στιγμές κάποιου)
辞意 じい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθεση παραίτησης
辞職願 じしょくねがい

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση, επιστολή παραίτησης
辞書編集 じしょへんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 λεξικογραφία