5 αποτελέσματα για «辱»

辱める はずかしめる

ρήμα

  1. 01 ταπεινώνω, διασύρω, καταισχύνω, προσβάλλω
  2. 02 παραβιάζω, (σεξουαλικά) κακοποιώ, βιάζω
辱め はずかしめ

ουσιαστικό

  1. 01 ντροπή, ατίμωση
  2. 02 σεξουαλική βία, βιασμός
辱知 じょくち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γνωστός
辱めを受ける はずかしめをうける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταπεινώνομαι, ατιμάζομαι, ντροπιάζομαι, υφίσταμαι προσβολή
  2. 02 βιάζομαι, κακοποιούμαι σεξουαλικά
  1. 01 ντροπιάζω
  2. 02 ταπεινώνω
  3. 03 ντροπιάζω