142 αποτελέσματα για «農»
農家 のうか N3
ουσιαστικό
- 01 αγρότης, γεωργός, αγροτική οικογένεια
- 02 αγροικία, αγρόσπιτο
- 03 Σχολή του Αγροτισμού (Κίνα), Σχολή Αγρονόμων, Σχολή Γεωπόνων
農業 のうぎょう N3
ουσιαστικό
- 01 γεωργία, καλλιέργεια
農民 のうみん N3
ουσιαστικό
- 01 αγρότης, χωρικός
農村 のうそん N2
ουσιαστικό
- 01 αγροτική κοινότητα, αγροτικό χωριό
- 02 αγροτικός
農場 のうじょう N1
ουσιαστικό
- 01 αγρόκτημα
農地 のうち N1
ουσιαστικό
- 01 γεωργική γη, καλλιεργήσιμη έκταση
農夫 のうふ
ουσιαστικό
- 01 αγρότης, χωρικός, εργάτης γης
農作業 のうさぎょう
ουσιαστικό
- 01 αγροτικές εργασίες
農作物 のうさくぶつ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικά προϊόντα, αγροτικά προϊόντα
農園 のうえん
ουσιαστικό
- 01 φάρμα, φυτεία
農耕 のうこう N1
ουσιαστικό
- 01 γεωργία, καλλιέργεια
農具 のうぐ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικό εργαλείο, αγροτικά εργαλεία
農 のう
ουσιαστικό
- 01 γεωργία, καλλιέργεια
農奴 のうど
ουσιαστικό
- 01 πάροικος, κολίγος
農薬 のうやく N2
ουσιαστικό
- 01 γεωργικό φάρμακο, αγροχημικό
農産物 のうさんぶつ N2
ουσιαστικό
- 01 αγροτικό προϊόν
農林 のうりん
ουσιαστικό
- 01 γεωργία και δασοκομία
農協 のうきょう
ουσιαστικό
- 01 αγροτικός συνεταιρισμός
農道 のうどう
ουσιαστικό
- 01 αγροτικός δρόμος
農機具 のうきぐ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικά μηχανήματα και εξοπλισμός