28 αποτελέσματα για «辻»

つじ

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση, συμβολή δρόμων, γωνία δρόμου
  2. 02 δρόμος
辻褄 つじつま

ουσιαστικό

  1. 01 συνοχή, συνέπεια
辻斬り つじぎり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιφνιδιαστική επίθεση με σπαθί σε περαστικό (για δοκιμή της κοπτικότητάς του ή των ικανοτήτων του), σαμουράι που δοκιμάζει το σπαθί του πάνω σε έναν περαστικό
辻馬車 つじばしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιππήλατη άμαξα προς μίσθωση, κάρο, φιάκερ
辻堂 つじどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο προσκυνητάρι
辻占 つじうら

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτάκι με μήνυμα μαντείας, πλανόδιος μάντης
辻番 つじばん

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικοί σκοποί των διασταυρώσεων κατά την περίοδο Έντο
辻駕籠 つじかご

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό κάθισμα δρόμου (τσουτζικάγκο)
辻君 つじぎみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη, γυναίκα του δρόμου
辻説法 つじせっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο κήρυγμα
辻待ち つじまち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όχημα που περιμένει για να μισθωθεί (ταξί)
辻便所 つじべんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια τουαλέτα
辻強盗 つじごうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ληστής του δρόμου
辻講釈 つじごうしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορίες (ειδικά πολεμικές) ή διαλέξεις που αφηγείται κάποιος κοντά σε δρόμο ή ναό ζητώντας χρήματα
辻相撲 つじずもう

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική πάλη σε γωνία δρόμου ή σε ανοιχτό πεδίο (ειδικά το φθινόπωρο)
  2. 02 παράσταση πάλης σε σκηνή στην άκρη του δρόμου
辻辻 つじつじ

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε γωνία δρόμου, κάθε διασταύρωση
辻噺 つじばなし

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορίες (ειδικά πολεμικές ιστορίες) ή διαλέξεις που αφηγείται κάποιος κοντά σε δρόμο ή ναό ζητώντας ελεημοσύνη
辻自動車 つじじどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταξί
辻芸 つじげい

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια παράσταση (κατά την περίοδο Έντο)
辻札 つじふだ

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδα σε στύλο (ειδικότερα αυτή που περιέχει πληροφορίες για κάποιο θέαμα, προειδοποιήσεις, συγχαρητήρια, κ.λπ.)