2 αποτελέσματα για «迭»

迭立 てつりつ

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενη διαδοχή (π.χ. στον θρόνο)
  1. 01 μεταφέρω
  2. 02 εναλλαγή