5 αποτελέσματα για «迸»
迸る ほとばしる
ρήμα
- 01 αναβλύζω, ξεπηδώ, εκτινάσσομαι ορμητικά
迸り ほとばしり
ουσιαστικό
- 01 ορμή, πίδακας, εκτόξευση, πλημμύρα, χείμαρρος
迸り とばっちり
ουσιαστικό
- 01 πιτσίλισμα, ράντισμα
- 02 απρόσμενο χτύπημα, παράπλευρη απώλεια, εμπλοκή σε ξένη διαμάχη (ή άλλο περιστατικό), το να παρασύρεται κανείς άθελά του σε μια κατάσταση
迸しり出る ほとばしりでる
ρήμα
- 01 εκτινάσσομαι, ξεχύνεται, αναβλύζω
迸
- 01 αναβλύζω
- 02 εκτοξεύομαι