20 αποτελέσματα για «逐»

逐一 ちくいち

επίρρημα

  1. 01 ένα προς ένα, αναλυτικά, διεξοδικά
逐次 ちくじ

επίρρημα

  1. 01 διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο, σειριακά, ένα προς ένα
逐電 ちくでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή, απόδραση
逐語的 ちくごてき

επίθετο

  1. 01 κατά λέξη, αυτολεξεί
逐条 ちくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο προς σημείο, άρθρο προς άρθρο
逐条審議 ちくじょうしんぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση άρθρο προς άρθρο
逐語訳 ちくごやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατά λέξη μετάφραση, κυριολεκτική μετάφραση
逐次刊行物 ちくじかんこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδική έκδοση
逐語 ちくご

ουσιαστικό

  1. 01 κατά λέξη (π.χ. σε περίπτωση μετάφρασης)
逐次実行 ちくじじっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική εκτέλεση
逐年 ちくねん

επίρρημα

  1. 01 ετησίως, χρόνο με το χρόνο
逐日 ちくじつ

επίρρημα

  1. 01 μέρα με τη μέρα, καθημερινά, κάθε μέρα που περνά
逐字訳 ちくじやく

ουσιαστικό

  1. 01 κατά λέξη μετάφραση, κυριολεκτική μετάφραση
逐次通訳 ちくじつうやく

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχική διερμηνεία
逐一命令操作 ちくいちめいれいそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία μεμονωμένου βήματος, λειτουργία βήμα προς βήμα
逐次印字装置 ちくじいんじそうち

ουσιαστικό

  1. 01 τυπωτής χαρακτήρων, σειριακός εκτυπωτής
逐次化 ちくじか

ουσιαστικό

  1. 01 σειριοποίηση
逐次的 ちくじてき

επίθετο

  1. 01 διαδοχικός, σταδιακός
逐鹿 ちくろく

ουσιαστικό

  1. 01 διεκδικώ την εξουσία, παλεύω για την επικράτηση, ανταγωνίζομαι για την εξουσία
  1. 01 επιδιώκω
  2. 02 διώχνω, απομακρύνω
  3. 03 κυνηγώ, καταδιώκω
  4. 04 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
  5. 05 επιτυγχάνω, φτάνω
  6. 06 διαπράττω